Πέμπτη, 17 Ιανουαρίου 2008

ΟΥΣΤ...... ΞΟΥ....


Σε ξεγέλασε....
η παρέα,τα μεθυσμένα λόγια,το γέλιο.. αυτό περισσότερο απ' όλα σε ξεγέλασε.
Κι όλα μοιάζανε τόσο αγαπημένα, τόσο επαναλαμβανόμενα γνωστά..
πρόσωπα, συναισθήματα,βλέμματα, χαμόγελα, τοπία...
κι όπως ανυποψίαστη, σχεδιάζεις το κούρνιασμα..



ΦΎΓΕ ,
ΈΞΩ ΕΣΎ,
ΤΩ ΡΑ ΕΓΏ ΓΕΜΊΖΩ ΤΟ ΔΩΜΆΤΙΟ,
ΉΣΟΥΝ ΠΡΙΝ ΜΑ ΤΩ ΡΑ ΌΧΙ


Η κατ επιλογήν παρουσία σου στο χώρο.. στο χρόνο.. κι εσύ που νόμισες ηλίθια πως όλα είναι εντάξει...

ΑΝ ΤΕ, ΟΥΣΤ..
ΚΟΥΝΉΣΟΥ ΠΑΡΕΊΣΑΚΤΗ.


Μόνη, στη μέση μιας αμμουδιάς βρεγμένη από χοντρές στάλες βροχής... ο αέρας σφυρίζει δήθεν αδιάφορα, χαμογελώ κι ας ξέρω πως κρυφογελά με τα κόκκινα μάτια μου.
Πέντε αρμυρίκια χορεύουν ανατολίτικους χορούς και τα κύματα χτυπούν παλαμάκια.
Τι απίστευτο γλέντι έστησε η φύση απόψε!!!! Κι εγώ ακάλεστη, Κοιτάζω μέσα από το βρεγμένο μου τζάμι τούτο το πανηγύρι, όπως ένα περίεργο παιδί που το βάλανε οι γονείς του για ύπνο κι εκείνο κρυφοκοιτά από το καγκελόσκαλο, τα καμώματα των μεγάλων.
Να ήμουν, φαντάσου, ένα μικρό κλαρί, ντυμένο πράσινο να χορεύω πάνω στο δέντρο...
Να ' χα φαντάσου αυτιά, ν' ακούσω τη μουσική που παίζει η ορχήστρα του ανέμου...
Μακάρι τα μάτια μου, να μουσκεύει μόνο η βροχή.
Βλέπω και μια σημαία, ψευτοπερήφανα ανεμίζει. Θυμίζει ετούτη την ξεσκισμένη Ελλάδα όπως κουρελιασμένη τρέμει από φόβο, από ντροπή στο μαστίγωμα του δυνατού αγέρα. Κακομοίρα μου.... πως σε κατάντησαν...
Άναψε τη μηχανή, έχει κρύο απόψε. Πάγωσαν οι λαμαρίνες, πάγωσες κι εσύ καημένη.
Μόνη στο σκοτάδι, τι προσπαθείς να δεις? Τι κάνεις? Ξεγυμνώνεις την ψυχή σου? Έτσι γυμνή , ούτε ένα φύλλο συκής να σε σκεπάσει, τι να κρύψεις προσπαθείς?
Τώρα λοιπόν που το κουφάρι σου άδειασε κι όλα τα ξέρασες, μαύρες χωλές και φαρμάκια, άστη βροχή να σ' εξαγνίσει. Κλάψε, φώναξε,ούρλιαξε, κάνε ότι θέλεις. Πήρες άφεση.


Πήγαινε να κεντήσεις τα υφαντά, που θα σκεπάσεις τη γύμνια σου....
Σύρε να πλέξεις με άσπρη κλωστή, τη δαντέλα που θα δέσεις τα μαύρα σου μαλλιά...
Άντε .... γίνε όμορφη....